Το κλασικό παραμύθι των αδελφών Γκριμ «Ο κακός ο λύκος και τα εφτά κατσικάκια» διασκεύασε στην ποντιακή διάλεκτο, με τη μορφή εικονογραφήματος και απόδοση στα νεοελληνικά ο γνωστός κομίστας Γιώργος Κωνσταντινίδης, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου στις 2 Απριλίου.
Με μουσική υπόκρουση τον αυτοσχεδιασμό του Κωστάκη Πετρίδη (Γωγοπούλ’) «Όλια τα “αχ” τ’ εμέτερα εγένταν τραγωδίας», το παραμύθι αρχίζει με τη μαμά κατσίκα που πρέπει να φύγει από το σπίτι για να φέρει φαγητό στα μικρά της, ωστόσο φρόντισε να τα συμβουλέψει πριν φύγει να προσέχουν το λύκο και τις πονηριές του.
Ειδικά, τους είπε να προσέχουν τη βραχνή φωνή και τα μαύρα πόδια του, ώστε να τον καταλάβουν και να μην του ανοίξουν.
Όμως ο λύκος ήταν πονηρός! Έφαγε μέλι για να γλυκάνει τη φωνή του, έριξε αλεύρι στα πόδια του για να τα ασπρίσει, κι έτσι τα κατσικάκια τελικά ξεγελάστηκαν και του άνοιξαν. Μόνο ένα πρόλαβε να κρυφτεί και να σωθεί, τα υπόλοιπα έξι τα έκανε μια χαψιά.
Όταν επέστρεψε η κατσίκα στο σπίτι, το κατσικάκι που είχε σωθεί της είπε τα καθέκαστα. Αφού έκλαψε, βγήκε στο δάσος μαζί με το μικρό της και βρήκαν το λύκο να κοιμάται μακαρίως κάτω από ένα δέντρο.
Χωρίς να διστάσει λεπτό, του άνοιξε την κοιλιά κι από μέσα πετάχτηκαν ζωντανά τα κατσικάκια της.
Τότε, ενώ ο λύκος κοιμόταν ακόμα, είπε στα μικρά της να φέρουν γρήγορα μεγάλες πέτρες, τις οποίες έβαλαν στην κοιλιά του λύκου και την έραψαν. Όταν ο λύκος ξύπνησε, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα, δίψασε και πήγε στο ποτάμι να πιει νερό. Τότε όμως το βάρος από τις πέτρες τον παρέσυρε, έπεσε στο νερό και πνίγηκε. Κι έτσι τα κατσικάκια με τη μαμά τους πήραν το μάθημά τους κι έζησαν ατείν’ καλά κ’ εμείς κι άλλο καλλίων!