Ο Γιάννης Σουμελίδης γεννήθηκε στο Κιρέζτεπε (στα τουρκικά kiraz tepe: λόφος με κερασιές), 22 χλμ νοτιοδυτικά της Οινόης και 14 χλμ νοτιοανατολικά της Τέρμε (η ελληνιστική πόλη Θέρμαι). Τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ο ελληνικός πληθυσμός του οικισμού ανερχόταν στους 537 κατοίκους. Τα επόμενα χρόνια ωστόσο οι κάτοικοι μειώθηκαν σημαντικά. Προέρχονταν κυρίως από την περιφέρεια Αργυρούπολης και μιλούσαν ποντιακά.
Συντηρούσαν εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και δημοτικό σχολείο. Η οικονομία του οικισμού βασιζόταν ως επί το πλείστον στη γεωργία και από τα προϊόντα που παρήγαγαν οι Έλληνες κάτοικοι εμπορεύονταν αποκλειστικά την κάνναβη, το καλαμπόκι και τα φουντούκια στην αγορά της Οινόης, που αποτελούσε το οικονομικό κέντρο της περιοχής.
Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα πολλοί κάτοικοι της περιοχής, που εργάζονταν εποχιακά ως τεχνίτες, πήραν το δρόμο της ξενιτιάς με προορισμό τη γειτονική Ρωσία.
Η μαρτυρία του Γιάννη Σουμελίδη περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Τον καιρό που ήρθε η εξορία, στον πρώτο τον πόλεμο, εγώ ήμουνα παντρεμένος και είχα δύο παιδιά. Σήκωσαν τον κόσμο από το χωριό και τους πήγαν στο Τογάτ1 και στο Νίκσαρ.2 Εκείνο τον καιρό ήμουν στρατιώτης στα αμελέ ταμπουρού, που λέγανε.
Μια μέρα το σκάσαμε από τα αμελέ ταμπουρού και ήρθαμε κατά το χωριό. Πιάσαμε ένα ζώο να σφάξομε, γιατί ήμαστε νηστικοί. Μιας πιάσαν οι Τούρκοι, μας φέραν στο Εβτζίdερε,3 τουρκικό χωριό. Ήμαστε σχεδόν άρρωστοι.
Όλο τον δρόμο που κάναμε τρώγαμε χόρτα. Μισοπεθαμένοι ήμαστε από τον δρόμο και την ταλαιπωρία και οι Τούρκοι μάς λυπήθηκαν. Ο πρόεδρος του χωριού έφερε κρέατα να φάμε και να συνέλθομε.
Εκεί μας ήρθε η είδηση για τους δικούς μας, πως πήγανε εξορία. Οι περισσότεροι χάθηκαν. Η μάνα μου πέθανε, η γυναίκα μου πέθανε. Πέθαναν και τα μωρά. Δύο μικρά αδέρφια που είχα, αυτά Τουρκάκια έγιναν. Εκεί μέσα στο Τογάτ που γυρνούσαν, κάποιος Τούρκος θα τα μάζεψε κι έτσι τούρκεψαν. […] Από τότε δεν μάθαμε τι απέγιναν. Ήταν πολύ μικρά, γι’ αυτό και τούρκεψαν.
Μια μέρα μάς πήρε ο Τούρκος που μας είχε στο Εβτζίdερε και μας έφερε στην Οινόη. Είπε πως δεν είχαμε φόβο. Αλλά στον δρόμο που ερχόμαστε, είδαμε στρατιώτες Τούρκους. Αυτοί μόλις μάθανε πως ήμαστε Έλληνες στρατιώτες, μας κατέβασαν από τ’ άλογο και μας στείλανε εξορία στο Νίκσαρ. Στο Νίκσαρ που βρέθηκα, είδα το ξαδερφάκι μου. Κι αυτό τούρκεψε. Το είδα και το φώναξα, αλλά δεν στάθηκε. Κάποιος Τούρκος το μάζεψε κι έγινε Τουρκάκι.
Από την εξορία ύστερα από λίγο γύρισα στα μέρη μας, αλλά στο χωριό μου δεν μπήκα. Τρεις ώρες μακριά, σε τουρκικά χωριά πήγα να ζήσω μαζί με τον Μουράτ. Ένα χωριό τουρκικό που πήγαμε, θυμάμαι το λέγανε Κίτdερεσι. Τέσσερις-πέντε μήνες μείναμε εκεί μέσα. Δουλεύαμε στα χωράφια και ζήσαμε. Ύστερα πήγαμε πάλι στο βουνό. […]
Όταν ήμουνα αντάρτης, κατεβήκαμε από το βουνό που ήμαστε και κάψαμε τη Λιμάνdερε. Δεκαεφτά αντάρτες κατεβήκαμε και τα βάλαμε με χίλιους πεντακόσιους Τούρκους που ήταν μέσα στην πόλη και στα γύρω τα βουνά. Αρχηγός μας ήταν ο Μανουσαρίδης. Από το Κερίς ήταν. Είχε πολύ μυαλό και γλίτωσε πολλές ψυχές. […]
Τον καιρό που κατεβήκαμε να κάψομε τη Λιμάνdερε ήταν καλοκαίρι, όπως θυμάμαι. Ιούνιος με Ιούλιο ήταν. Μας φώναξε ο Μανουσαρίδης και μας είπε πόσο δύσκολη ήταν η επιχείρηση, πως δεν ξέραμε αν θα γυρίζαμε ζωντανοί.
«Όποιος θέλει να ‘ρθει» μας είπε, «ας έρθει». Το σχέδιο ήταν, πριν να μπούμε μέσα, να πάρει ο Σαριγιάν με εφτά δικά μας παιδιά στης Εβλιά4 το βουνό, να χτυπήσει τους Τούρκους που ήταν εκεί. Εμείς που θα κατεβαίναμε στο Λιμάνdερε, θα παίρναμε μαζί μας δύο τενεκέδες με πετρέλαιο και δαδιά, για να βάλομε φωτιά στα σπίτια. Τους τενεκέδες με το πετρέλαιο και τα δαδιά τα έδωσε να τα κατεβάσουν οι γέροι. Τα παιδιά τα τίναξε5 αραιά-αραιά γύρω στο χωριό.
Είπε ο Μανουσαρίδης: «Στα κυριότερα σπίτια που είναι οι Τούρκοι θα δώσετε φωτιά. Όπλο δεν θα ρίξετε, μονάχα φωνή θα κάνετε, για να τα χάσουν οι Τούρκοι». Εμείς αρχίζαμε να φωνάζομε. Οι Τούρκοι τα χάσανε. Φώναζαν: «Νέβαρ;».6 Εμείς βοή ακούγαμε από μακριά και είπαμε: «Πάνε τα παιδιά, σκοτώθηκαν τα παιδιά».
Στο μεταξύ μπήκε φωτιά στα σπίτια που ήταν οι Τούρκοι. Πελεκούδια πέφτανε από παντού, το σπίτι κόκκινο είχε γίνει. Ο βοϊνός7 ήταν μεγάλος. Οι Τούρκοι πετούσαν τα όπλα και τρέχανε κατά το βουνό. Εμείς ήμαστε ογδοντατέσσερα όπλα και οι Τούρκοι πολλοί. Ως δύο χιλιάδες θα ήταν.
Στο στενό μέσα, προς του Εβλιά το βουνό, εκεί ο βοϊνός ήταν μεγάλος. Εκεί τρέχανε οι Τούρκοι για να σωθούνε.
Μέσα στη Λιμάνdερε ενός Τούρκου τού κόπηκε το χέρι του μαζί με το όπλο. Πυρομαχικά και τρόφιμα πιάσαμε πολλά. Από όπλα, μονάχα αυτό που κόπηκε μαζί με το χέρι. Εμείς ήμαστε στα καλαμπόκια μέσα κρυμμένοι και περιμέναμε. Τα φύλλα που ήταν ψηλά, μας κρύβανε. Στα καλαμπόκια κρυμμένα ήταν και τα άλογα. Πήγαμε να πάρομε άλογα, για να γυρίσομε καβάλα. Σέλες δεν βρήκαμε. Εμείς από τη χαρά μας άμα βάλαμε φωτιά και τις σέλες στη φωτιά τις ρίξαμε.
Στο Ντερέμπασι από πάνω είχε κάπου εφτιακόσια άτομα μαζεμένα. Αυτά είδαν τη φωτιά στη Λιμάνdερε. Στείλαμε κάποιον να τους πει να ‘ρθουν να πάρουν τα πράματα. Εμείς δεν μπορούσαμε να σταθούμε, έπρεπε να γυρίσομε στα βουνά. Οι άντρες που δεν είχαν όπλα, βρήκαν από κανένα. Από πέντε όπλα αρχίσαμε. Ύστερα σκοτώσαμε μερικούς Τούρκους και κάναμε περισσότερα. Ο Μανουσάρης, που το αποφάσισε και χτυπήσαμε τη Λιμάνdερε, είχε πολύ μυαλό. Τους μπέηδες δεν τους χτυπούσε, γιατί έπαιρνε τα παιδιά τους στο βουνό και τους κρατούσε στο χέρι.