Η ιστορία έχει γράψει γι’ αυτόν ότι είναι ο «μεγαλύτερος δήμιος των Ελλήνων του Πόντου» – όπως αναφέρει ο Γ.Ν. Λαμψίδης¹, ο ιστορικός Γεώργιος Βαλαβάνης υπολόγισε ότι τα θύματά του στον Πόντο και εσωτερικά, μέχρι του Βαλή-Κεσέρ, «φθάνουν εις 70 περίπου χιλιάδες».
Ο Τοπάλ Οσμάν, που σε μια νύχτα έγινε δήμαρχος Κερασούντας και κατέληξε κρεμασμένος με διαταγή του Μουσταφά Κεμάλ ως αποδιοπομπαίος τράγος, είχε υπογράψει πολλές θανατικές καταδίκες, είτε προσωπικά είτε μέσω των συμμοριών των τσετών που διηύθυνε.
Ίσως να μην υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός από αυτόν της ύαινας, που του έχει αποδοθεί· διψούσε για αίμα, τρεφόταν από αυτό, και όπως το αντίστοιχο ζώο, ήταν μνησίκακος και μπορούσε να… φάει μέχρι και τα κόκαλα.
«Εβδομήντα χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες, παιδιά και βρέφη, γέροντες και γριές εσφάγιασαν από τις ορδές του, κάηκαν μέσα στα σπίτια, στραγγαλίστηκαν στα υπόγεια, δολοφονήθηκαν άγρια, ακρωτηριάστηκαν πριν να πεθάνουν, εβιάστηκαν, πνίγηκαν στη θάλασσα και στα ποτάμια.
»Και αυτό το εφιαλτικό τέρας της κολάσεως, αυτός ο επικατάρατος δολοφόνος αθώων υπέφερε, δοκίμασε την άγρια τύχη των θυμάτων του» αναφέρει ο Γ.Ν. Λαμψίδης. Όταν σκοτώθηκε το ημερολόγιο έγραφε 2 Απριλίου 1923 και ήταν 40 ετών.
Πώς όμως ο άνθρωπος που πήρε από τον Μουσταφά Κεμάλ λευκή επιταγή ώστε τα έμπειρα χέρια του να λύσουν «το πρόβλημα των Ποντίων», προδόθηκε από τον ίδιο άνθρωπο; Η εύκολη απάντηση είναι ότι όταν σταμάτησε να είναι ένας χρήσιμος δήμιος, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο. Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής είναι πολύ διαφωτιστικό.
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής, όταν τα ελληνικά στρατεύματα έφευγαν διαλυμένα, ο Τοπάλ Οσμάν βρισκόταν στο μέτωπο του Σαγγαρίου. Μεσούσης της οπισθοχώρησης, καταδίωξε τους Έλληνες· «επιχείρησε ανόητον […] επίθεσιν οπότε κατασυνετρίβη τελείως, αφίσας τους περισσότερους τσέτες επί τόπου» σύμφωνα με τον Γεώργιο Βαλαβάνη.
Η ήττα αυτή δεν τον πτόησε βέβαια και επέστρεψε στην Άγκυρα σίγουρος ότι ο Μουσταφά Κεμάλ θα ανταμείψει με κάποια μεγάλη θέση ή θα τον βάλει στην προσωπική του φρουρά.
Το σχέδιο όμως ήταν διαφορετικό· ο σύντομα πρώτος πρόεδρος της Τουρκίας (ορκίστηκε στις 29 Οκτωβρίου του 1923) σκόπευε να εξολοθρεύσει όλους τους αρχηγούς των τσετών για να αυξήσει τη δύναμή του, αλλά και να τρομοκρατήσει την αντιπολίτευση, παρόλο που η 1η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση² τού παρέμενε πιστή. Εντούτοις, ομάδες αντικεμαλικές είχαν αρχίσει να σχηματίζονται ενάντια στον νεωτεριστή αρχηγό της επανάστασης που ήθελε να αλλάξει το θρησκευτικό και φυλετικό status quo. Παρά τις νίκες και τους θριάμβους του, η αποδοχή του δεν ήταν ευρεία.
Το πρώτο κομμάτι του ντόμινο που οδήγησε στο θάνατο του Τοπάλ Οσμάν θεωρείται η δολοφονία του Κεγαχιά Γιαγχιά, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος για όλες τις βρόμικες δουλειές του βουλευτή Τραπεζούντας της αντιπολίτευσης Αλί Σουκρού μπέη. Συνελήφθη για μεγάλες καταχρήσεις στο λιμάνι της Τραπεζούντας και οδηγήθηκε στην Άγκυρα για να δικαστεί. Οι πύρινοι λόγοι και οι υπόλοιπες υπόγειες κινήσεις του βουλευτή είχαν σαν αποτέλεσμα την απαλλαγή του Κεγαχιά Γιαγχιά· άλλωστε, ήταν ο πρώτος που είχε συμφέρον να κρατήσει το στόμα του κλειστό.
Ο θάνατός του λίγες ημέρες αφότου είχε επιστρέψει στην Τραπεζούντα, παρόλο που βόλεψε πάρα πολύ τον Αλί Σουκρού, θεωρείται ότι ήταν κατ’ εντολή του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος εκτιμούσε ότι η απαλλαγή του από τις κατηγορίες ισοδυναμούσε με την αποδοκιμασία της Εθνοσυνέλευσης στο πρόσωπό του. Επιπλέον ο Σουκρού μπέης, ο οποίος υποδαυλίζοντας το θόρυβο που είχε ξεσπάσει, με έναν πύρινο λόγο μέσα στη Βουλή τον κατηγόρησε ευθέως για σποραδικές δολοφονίες αντιπάλων, επισημαίνοντας τους κινδύνους. Εκείνη ήταν η στιγμή που ο κύβος ερρίφθη για τη ζωή του βουλευτή.
Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης σε ένα βιβλίο που εξέδωσε στην Αλεξανδρούπολη³ έχει περιγράψει μυθιστορηματικά το πώς οργανώθηκε η δολοφονία. Ο Τοπάλ Οσμάν φέρεται να συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Μουσταφά Κεμάλ και να ορκίστηκε σε ένα ξίφος και στο Κοράνι ότι θα δολοφονήσει και στη συνέχεια θα εξαφανίσει τη σορό του Αλί Σουκρού. Δεσμεύτηκε ότι θα διεκπεραιώσει την αποστολή εντός 24 ωρών, με αντάλλαγμα μεγάλα αξιώματα.
Κατά τον Γεώργιο Κανδηλάπτη, χωρίς να είναι ιστορικά βέβαιο ότι έτσι εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, ο Τοπάλ Οσμάν συνάντησε τον Αλί Σουκρού στο «Πέρα Παλλάς», ένα καφεζυθοπωλείο όπου σύχναζαν μεγιστάνες και βουλευτές. Φέρεται να τον παρακάλεσε για τη θέση του συνταγματάρχη, δηλώνοντας πίστη και χαρακτηρίζοντάς τον «μέλλοντα ανώτατον άρχοντα και σωτήρα του έθνους διά τας πατριωτικάς και προβλεπτικάς αυτού εν τη Βουλή αγορεύσεις και νουθεσίας».
Κατά την ίδια πηγή που παραθέτει ο Γ.Ν. Λαμψίδης, τον έπεισε να πάνε στο σπίτι του, εκεί όπου θα συγκεντρώνονταν και άλλοι βουλευτές. Κάθισε απέναντί του για να πιούν καφέ μέχρι να εμφανιστούν οι υπόλοιποι, υποτίθεται. Του επιτέθηκε πισώπλατα ο «καφετζής του Τοπάλ Οσμάν Μουσταφά, ο σφαγεύς εκατοντάδων αθώων υπάρξεων», ο οποίος τον έπνιξε με τα χέρια του.
Ήταν 27 Μαρτίου 1923 και η δολοφονία του είναι γνωστή ως μία από τις πρώτες πολιτικές δολοφονίες της Τουρκίας.
Το πτώμα ανέλαβαν να εξαφανίσουν ο Μουσταφά μαζί με έναν ακόμα έμπιστο. Με τη βοϊδάμαξα ενός χωρικού το μετέφεραν σε απομονωμένη τοποθεσία σε ένα χωριό της Άγκυρας. Έβαλαν τον χωρικό να σκάψει τον τάφο, σκότωσαν και τον ίδιο και τον πέταξαν μέσα.
Μόλις όλα τελείωσαν, ο Τοπάλ Οσμάν πήγε στον Μουσταφά Κεμάλ για να του το ανακοινώσει και να λάβει εκ νέου την υπόσχεση ότι θα προαχθεί σε συνταγματάρχη και σε στρατιωτικό άρχοντα του Κουρδιστάν, κατά την πρώτη συνεδρίαση της Βουλής.
Δύο ημέρες αργότερα ο αδελφός του βουλευτή κατέθεσε αίτημα στο υπουργικό συμβούλιο για τον εντοπισμό του. Ο αυτοσχέδιος τάφος βρέθηκε μία ημέρα μετά. Η δολοφονία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με τον Τοπάλ Οσμάν να βρίσκεται στο κάδρο. Σε ψήφισμα που υπέγραψε ο Μουσταφά Κεμάλ –και είχε την ισχύ νόμου– μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι ο Τοπάλ Οσμάν θα έχανε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη, ότι θα οδηγούνταν ενώπιον της δικαιοσύνης και μόλις ομολογούσε η δίκη και η καταδίκη θα ήταν άμεσες. Η ποινή: απαγχονισμός «προ του Βουλευτηρίου».
Ο Γεώργιος Βαλαμάνης τονίζει ότι μόλις ο σφαγέας ενημερώθηκε για την επικείμενη σύλληψή του κατέφυγε σε κρησφύγετο δύο ώρες μακριά από την Άγκυρα. Το στρατιωτικό απόσπασμα δεν άργησε να τον εντοπίσει και να πολιορκήσει το κτήριο. Μαζί του είχε τα πρωτοπαλίκαρά του. Τρεις ώρες κράτησε η μάχη κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε βαριά. «Ολίγον μετά τη σύλληψίν του ο τρομερός κακούργος παρέδωκε την βρωμεράν ψυχήν του εις τον διάβολον» γράφει ο Γ.Ν. Λαμψίδης.
Το σώμα του παρέμεινε κρεμασμένο για 24 ώρες μπροστά από τη Εθνοσυνέλευση, για παραδειγματισμό. Αργότερα η σορός μεταφέρθηκε στην Κερασούντα. Στη δε βιογραφία του Αλί Σουκρού στη Wikipedia αναφέρεται ότι η σορός ήταν αποκεφαλισμένη και κρεμάστηκε από τα πόδια.
Στην αφήγησή του ο Γεώργιος Κανδηλάπτης κάνει λόγο για τρεις μέρες στην αγχόνη. Και προσθέτει: «Το πτώμα αυτού, μεστόν σκωλήκων και δυσωδίας λαβών διά δωροδοκίας ο αδελφός του νύκτωρ και περιτυλίξας αυτό εις ψάθας μετέφερεν εις την Ινέπολιν και διά πλοίου εις Κερασούντα και έθαψεν επί της Ακροπόλεως».
Σήμερα το κενοτάφιο του Τοπάλ Οσμάν βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του κάστρου της Κερασούντας, καθώς για την πόλη θεωρείται σημαντική προσωπικότητα.
Γεωργία Βορύλλα